Υφάσματα: τα κυριότερα χαρακτηριστικά τους

Τα χαρακτηριστικά των υφασμάτων

Αχ, μεγάλη υπόθεση τα υφάσματα (*κουνάει το κεφάλι πέρα-δώθε με σηκωμένο φρύδι*). Μια υπόθεση, που μπορεί και να γίνει μεγάλος εθισμός. Σ’ το λέω εξαρχής, μη μου λες μετά ότι δεν σου τά ‘πα, κι έχουμε θέματα, εντάξει; Εντάξει.
Μπορεί, λοιπόν, κανείς να χωρίσει τα υφάσματα σε κατηγορίες, ανάλογα με χαρακτηριστικά που έχουν να κάνουν με την υφή, το ντεσέν, την ποιότητα, τη σύνθεση, το τύπωμα, και πολλά άλλα. Δεν θα σε ζαλίσω με αυτά. Οι ονομασίες στα υφάσματα είναι τόσες πολλές, και βγαίνουν συνέχεια καινούριες, διότι και η ανάπτυξη των υφασμάτων είναι επιστήμη και τεχνολογία πλέον.
Αυτό που έχει κυρίως σημασία στα υφάσματα για την οικιακή μοδίστρα (εσύ είσαι αυτή), είναι το αν αυτά είναι σταθερά ή ελαστικά. Σταθερά είναι τα υφάσματα που, πρακτικά, όταν τα τραβάς, δεν έχουν ελαστικότητα (σύμφωνα με μία λογική, σταθερά είναι τα υφάσματα που περιέχουν μέχρι 5-6% ελαστάνη), και είναι κυρίως τα βαμβακερά, λινά, κλπ. Τεχνικά, αυτά τα υφάσματα λέγονται «υφασμένα» (αγγλιστί woven), δηλαδή έχουν κατασκευαστεί με μηχανές με τη λογική των αργαλειών. Ελαστικά είναι τα υφάσματα που, μάντεψε, έχουν ελαστικές ιδιότητες και, όταν τα τραβάς (προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση ή και τις δύο), τεντώνουν. Τέτοια υφάσματα είναι τα μακώ, ζέρσεϋ, φούτερ, αλλά και αυτά που περιέχουν περισσότερο από 5-6% ελαστάνη. Αυτά τα υφάσματα, μπορεί να τα βρεις και ως «πλεκτά» (knits), και κατασκευάζονται στα υφαντουργία με είδη πλεκτικών μηχανών.
Τα πρώτα, τα σταθερά, είναι τα πιο εύκολα να ραφτούν και να τα χειριστείς με την οικιακή σου ραπτομηχανή. Τα ελαστικά έχουν μερικές ιδιαιτερότητες, και θεωρούνται λίγο πιο δύσκολα να ραφτούν, κυρίως γιατί οι συνηθισμένες ραπτομηχανές πολύ συχνά δεν έχουν τις κατάλληλες ρυθμίσεις, δηλαδή δεν έχουν ελαστικές ραφές. Οι οικιακές ραπτομηχανές που έχουν ελαστικές ραφές το αναφέρουν αυτό ρητά στα χαρακτηριστικά τους, και αυτό ακριβώς το στοιχείο είναι που τις κάνει ακριβότερες, τουλάχιστον κατά €50, σε σχέση με τις αντίστοιχες ραπτομηχανές χωρίς ελαστική ραφή. Επίσης, τα ελαστικά υφάσματα ράβονται και με τον κοπτορράπτη. Ο κοπτορράπτης (ο οικιακός, τουλάχιστον) είναι ένα μηχάνημα, που μοιάζει με ραπτομηχανή, αλλά δεν είναι. Αυτό που κάνει είναι να κόβει και να ράβει ταυτόχρονα (έχει και μαχαιράκι προσαρμοσμένο πάνω του), χρησιμοποιώντας μία περίπλοκη ραφή και περισσότερες κλωστές. Δεν είναι της παρούσας, θα σου πω άλλη φορά γι’ αυτόν.
Παρακάτω θα σου μιλήσω για τα σταθερά υφάσματα, που είναι πιο εύκολα να τα περιγράψεις, και πιο προβλέψιμα στη συμπεριφορά τους. Καταρχάς, να ξεκινήσουμε με τα βασικά: Τα υφάσματα από τα εργοστάσια βγαίνουν σε ρολά πολλών μέτρων μήκους. Το δε φάρδος τους εξαρτάται από τη μηχανή που το κατασκεύασε. Συνήθως, είναι γύρω στο ενάμιση μέτρο (συν-πλην 10-15 πόντους). Αυτά είναι υφάσματα που βγήκαν τις τελευταίες δεκαετίες, και τα λέμε διπλόφαρδα. Αν έχεις στην κατοχή σου υφάσματα από το ’60-’70, ίσως να παρατήρησες ότι αυτά είναι πιο στενά, γύρω στα 110 εκατοστά φάρδος. Αυτά τα υφάσματα λέγονται μονόφαρδα (πολλές πολυτελείς και ακριβές δαντέλες είναι μονόφαρδες ακόμα), και ακόμα βρίσκονται, αλλά η πλειοψηφία των υφασμάτων που κυκλοφορούν είναι διπλόφαρδα. Τί σε νοιάζει εσένα αυτό; Σε νοιάζει και σε παρανοιάζει, επειδή ύφασμα με μικρότερο φάρδος σου δίνει λιγότερη επιφάνεια για να δουλέψεις, στο ίδιο μήκος. Και πώς θα το ξέρεις; Θα σου το πούνε στο κατάστημα υφασμάτων ή θα το δεις στα χαρακτηριστικά του, όταν ψωνίζεις από το διαδίκτυο. Έτσι, θα ζητήσεις το κατάλληλο μήκος υφάσματος. Ποιό είναι το μήκος του υφάσματος, θα με ρωτήσεις τώρα. Για να σου πω γι’ αυτό, θα πρέπει να σου πω πρώτα τί είναι η «ούγια». Η ούγια είναι το μέρος του υφάσματος, το οποίο βρίσκεται κατά μήκος των δύο ακρών του υφάσματος (αυτό που «τρέχει» σε όλο το μήκος του, που μπορεί να φτάνει δεκάδες μέτρα στο ρολό). Σε εκείνο το μέρος του υφάσματος, που είναι στις άκρες του ρολού, η μηχανή που κατασκευάζει το ύφασμα, το υφαίνει πιο πυκνό, για να μην ξεφτίζει. Είναι το σημείο εκείνο στο οποίο αναγράφεται η μάρκα του υφάσματος, η σύνθεσή του, κάποιες φορές απεικονίζονται σε μικρά κουτάκια τα χρώματα που έχουν χρησιμοποιηθεί στο ντεσέν του υφάσματος ή όποιες άλλες πληροφορίες θέλει ο κατασκευαστής.
Όταν πηγαίνουμε, λοιπόν, να αγοράσουμε ένα ύφασμα, το ζητάμε σε μήκος: Για παράδειγμα, «θέλω ένα μέτρο ύφασμα» σημαίνει ότι θέλω ένα μέτρο, μετρημένο κατά μήκος της ούγιας του υφάσματος. Αυτή η κατεύθυνση του υφάσματος (που «τρέχει» μαζί με την ούγια) λέγεται παράλληλη κατεύθυνση. Η κατεύθυνση που στην ουσία αντιπροσωπεύει το φάρδος του υφάσματος, ονομάζεται κάθετη κατεύθυνση. Και η κατεύθυνση που βρίσκεται σε γωνία 45 μοιρών σε σχέση και με τις δύο, ονομάζεται διαγώνιος. Όχι και πολύ ευφάνταστες ονομασίες, το ξέρω, αλλά αντιπροσωπευτικές. Συγκράτησέ τις αυτές τις έννοιες, γιατί έχουν σημασία! Εξηγώ: τα σταθερά υφάσματα είναι έτσι φτιαγμένα, ώστε στην κάθετη κατεύθυνση να έχουν λίγη ελαστικότητα (είναι η κατεύθυνση που συνήθως τυλίγεται γύρω από τη μέση μας, ας πούμε, για να μας δώσει λίγη άνεση στην κίνηση), ενώ στην παράλληλη κατεύθυνση δεν έχουν καθόλου ελαστικότητα. Αντιθέτως, στη διαγώνια κατεύθυνση, έχουν πολλή ελαστικότητα. Κάνε τη δοκιμή: πάρε ένα κομμάτι ύφασμα που έχεις, και αρχικά, μελέτησέ το, για να ταυτοποιήσεις την κάθε κατεύθυνση. Κράτα το με τα δυο σου χέρια, και τράβα στην παράλληλη κατεύθυνση: ακούγεται ένας κούφιος θόρυβος καθώς τραβάς, γιατί δεν έχει καθόλου ελαστικότητα. Αν τραβήξεις στην κάθετη κατεύθυνση, θα δεις ότι τα πράγματα είναι λίγο καλύτερα: το ύφασμα υποχωρεί λιγάκι στο τράβηγμά σου. Στη δε διαγώνια κατεύθυνση, το ύφασμα είναι αναπάντεχα ελαστικό. Έλα, κάν’ το να πειστείς!

Κατευθύνσεις υφασμάτων

Πρακτικά, όταν ράβουμε ένα ρούχο, το ράβουμε συνήθως (ειδικά εμείς οι ερασιτέχνες μοδίστρες) στην παράλληλη κατεύθυνση. Δες την εικόνα για να καταλάβεις (αυτό είναι, φυσικά, μία χονδρική αναπαράσταση, και δεν δείχνει τον τρόπο κυριολεκτικά με τον οποίο κόβονται τα κομμάτια στο ύφασμα, εκτός κι αν πρόκειται να κάνουμε ρούχα όπως εκείνα τα χάρτινα για τις χάρτινες κούκλες που είχαν «αυτάκια» για να τα τοποθετήσεις!):

Τοποθέτηση των ρούχων στο ύφασμα

Στην κάθετη κατεύθυνση δεν είναι πολύ συνηθισμένο να μπαίνουν τα ρούχα, ενώ τη διαγώνια κατεύθυνση, τη χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να ράψουμε ρούχα που «πέφτουν» με χάρη, με αέρα (σκέψου φούστα κλως, με λούκια και κίνηση). Η τελευταία αυτή κατεύθυνση, καταναλώνει και πιο πολύ ύφασμα. Ανάλογα με το αποτέλεσμα που θέλεις να έχεις, βάζεις και τα κομμάτια στην αντίστοιχη κατεύθυνση, και αυτό είναι κάτι που έρχεται με την εμπειρία και τον πειραματισμό (αλλιώς, δοκιμή και σφάλμα!).
Έχεις σίγουρα ακούσει τον όρο «καλή» και «ανάποδη». Οι όροι είναι λίγο έως πολύ αυτοεξηγούμενοι, αλλά θα σου πω δυο τρία πραγματάκια, μιας που σε βρήκα εύκαιρη. Λοιπόν. Υπάρχουν υφάσματα που έχουν ευδιάκριτη καλή πλευρά, και υφάσματα που η καλή και η ανάποδη δεν ξεχωρίζουν. Θεωρητικά, η καλή πλευρά είναι αυτή που ορίστηκε από τη μηχανή και το τύπωμα. Πρακτικά, καλή πλευρά είναι αυτή που διαλέγουμε εμείς να φαίνεται στην έξω πλευρά του ρούχου μας. Γιατί, ποιός σου λέει εσένα ότι δεν θέλω να κυκλοφορώ με το μέσα έξω; Μπορεί εγώ να θέλω να κυκλοφορώ με ρούχο που να δείχνει την ανάποδη πλευρά του υφάσματος, που τη βρίσκω πιο πρωτότυπη! Άρα, όταν ξεκινάω να ράψω κάτι, διαλέγω από την αρχή ποιά θεωρώ καλή πλευρά του υφάσματός μου, και πορεύομαι έτσι.
Ένα άλλο (καυτό, ομολογουμένως #not) ζήτημα είναι το πώς διαλέγεις ύφασμα ανάλογα με το ρούχο που θέλεις να ράψεις. Μπορεί να σε βοηθήσει σε αυτό όποιος σε εξυπηρετεί στο κατάστημα με τα υφάσματα. Πάρε μαζί σου μία φωτογραφία ή το πατρόν από αυτό που θέλεις να φτιάξεις, και περίγραψε το αποτέλεσμα που θέλεις να έχεις. Θα σου προτείνουν διάφορα. Όλα τα πατρόν έχουν, βέβαια, προτεινόμενα υφάσματα, αλλά μην αισθανθείς ότι αυτό σε περιορίζει! Με τον καιρό, θα μπορείς να κάνεις και πειραματισμούς (άλλους επιτυχημένους, και άλλους όχι τόσο).
Στο βιντεάκι που συνοδεύει σήμερα τη Μοδιστροδευτέρα σου δείχνω όλα τα παραπάνω, για να ξεκινήσουμε από την επόμενη φορά να ράβουμε και κάτι, επιτέλους (yay)!

♥ Πελαζί

4 thoughts on “Υφάσματα: τα κυριότερα χαρακτηριστικά τους

  1. Albiona hoxha says:

    Θέλω κάποια υφάσματα για Λονδίνο δεν ξέρω κατά πόσο είναι πιθανό να μου αποσταλούν απο εσας δεν είναι για κατάστημα είναι για δικιά μου χρήση

    • pelagie says:

      Γεια!
      Λοιπόν, θα μπορούσα να σε εξυπηρετήσω, αλλά δεν έχω βάλει στο κατάστημα υφάσματα. Ακόμα, τουλάχιστον. Αλλά σ’ ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον! 🙂

    • pelagie says:

      Γεια!
      Η ερώτησή σου έχει κάπως περίπλοκη απάντηση. Και, κατά βάση, τα διπλόφαρδα με τα μονόφαρδα δεν έχουν διαφορά στο πώς ξεχωρίζεις την καλή από την ανάποδη.
      Το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό να σου πω είναι ότι η καλή είναι ΠΑΝΤΑ αυτή που αποφασίζεις εσύ εξαρχής. Κάποια υφάσματα έχουν εμφανή καλή πλευρά, δηλαδή έχουν το σχέδιό τους εμφανώς τυπωμένο στην καλή, ενώ η ανάποδη είναι μονόχρωμη (ή πιο ξεθωριασμένη, ξερωγώ). Κάποια υφάσματα δεν έχουν μεγάλη διαφορά μεταξύ καλής και ανάποδης: ίσως να γυαλίζει λίγο περισσότερο η μία πλευρά, και η άλλη να είναι ματ ή στην μία πλευρά να έχει ύφανση ψαροκόκκαλο και η άλλη ριγέ. Κάποια άλλα υφάσματα δεν έχουν καμία διαφορά μεταξύ καλής και ανάποδης, είναι ακριβώς τα ίδια από την μία και από την άλλη.
      Γενικώς, δεν υπάρχει κανόνας απαράβατος. Για παράδειγμα θα σου αναφέρω κάποια μεταξωτά σατέν, που έχουν τη μία πλευρά τους ματ και την άλλη γυαλιστερή. Και, όταν πας να τα ράψεις, αποφασίζεις ΕΣΥ ποιά θα είναι η καλή και ποιά η ανάποδή τους, ανάλογα με το αποτέλεσμα που θέλεις να έχει το ρούχο σου! Αυτό το παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό, νομίζω, για να καταλάβεις ότι όλα είναι σχετικά (στη ζωή και στα υφάσματα)!
      Ελπίζω να βοήθησα!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *