Γαλλικές λέξεις στην ελληνική ραπτική-Μέρος πρώτο

Εμείς οι Έλληνες έχουμε την ευχαρίστηση να βλέπουμε τις ελληνικές λέξεις να υιοθετούνται κατά κόρον από τα ξένα λεξιλόγια, ειδικότερα αυτές που έχουν να κάνουν με τις επιστήμες (ιατρική, βιολογία, μαθηματικά κλπ). Με την ίδια λογική, οι Γάλλοι, που έχουν κάνει τη μόδα επιστήμη, έχουν περάσει αναπόφευκτα στη δική μας γλώσσα γαλλικές λέξεις, που τις χρησιμοποιούμε, χωρίς μάλιστα πολλές φορές να το καταλαβαίνουμε καν!

Παρακάτω σού ‘χω μερικές από αυτές, μαζί με τη σημασία τους:

Αμπίρ (empire): κυριολεκτικά σημαίνει αυτοκρατορία. Στα ελληνικά, το αμπίρ χρησιμοποιείται για φορέματα τα οποία στενεύουν όχι στη μέση, αλλά ακριβώς κάτω από το στήθος, συχνά με μία ζώνη, και κολακεύουν κυρίως τις σιλουέτες-αχλάδια, κρύβοντας την περιφέρεια, και κάνοντας τη μέση να φαίνεται στενότερη και τα πόδια μακρύτερα. Αυτά τα ρούχα λέγονται έτσι, γιατί, ενώ ξεκίνησαν να φοριούνται στο τέλος του 18ου αιώνα στη Γαλλία (όπου, παρεμπιπτόντως, τότε το στυλ αυτό το έλεγαν “ελληνικό”), στη Βρετανία καθιερώθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα. Εκεί ονομάστηκαν αμπίρ, δηλαδή της αυτοκρατορίας, γιατί, λέει (το wikipedia), η πρώτη σύζυγος του Ναπολέοντα, αυτοκράτειρα Ζοζεφίνα του Μποαρνέ, ήταν αυτή που το διέδωσε σε όλη την Ευρώπη (πήγαινε, έπινε τα τσάγια της και έκανε τα σουαρέ της και τη μόστρα της συνήθως φορώντας τέτοια φορέματα).

Ασορτί (assorti): στα γαλλικά σημαίνει ανάμεικτος, αλλά και ταιριασμένος, ταιριαχτός. Στα ελληνικά εννοούμε μάλλον το δεύτερο: πήρα μία φούστα και μαζί μία μπλούζα ασορτί, μούρλια!

Εβαζέ (évasé): είναι η μετοχή από το ρήμα évaser, που σημαίνει είμαι πιο φαρδύς στο ένα άκρο. Στα ελληνικά λέμε συνήθως μία φούστα εβαζέ ή μία φούστα που εβαζάρει, και εννοούμε τη φούστα που ξεκινάει από τη μέση και ανοίγει κατεβαίνοντας προς το στρίφωμά της. Είναι, στην ουσία, η φούστα σε γραμμή άλφα, αυτή που κολακεύει όλα τα σώματα!

Εμπριμέ (imprimé): είναι η μετοχή του ρήματος imprimer, που σημαίνει εκτυπώνω. Στα ελληνικά όταν λέμε, για παράδειγμα θέλω μία φούστα εμπριμέ, εννοούμε μία φούστα που δεν είναι μονόχρωμη, αλλά απεικονίζει διάφορα σχέδια.

Εσάρπα (écharpe): το ρήμα écharper σημαίνει κόβω σε κομμάτια, και η εσάρπα είναι το κομμάτι εκείνο υφάσματος που κάθεται πάνω στους ώμους, το φουλάρι/μαντήλι: Σα να έχει λίγη ψύχρα σήμερα. Μου πιάνεις την εσάρπα μου να τη ρίξω επάνω μου;

Κασκόλ (cach-col): στην κυριολεξία σημαίνει αυτό που κρύβει το λαιμό, το κολάρο (cacher σημαίνει κρύβω, και col σημαίνει κολάρο): Πού πας, παιδί μου, μες στο κρύο, θα κρυώσουν τα λαιμά σου-πάρε το κασκόλ σου!

Κλος (cloche): ουσιαστικό, που σημαίνει καμπάνα. Το χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να περιγράψουμε μια φούστα που έχει το σχήμα καμπάνας, που κάπως εβαζάρει και έχει και λούκια: φούστα κλος.

Κομποζέ (composé): από το ρήμα composer, που σημαίνει συνθέτω, διευθετώ, τακτοποιώ. Το χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να πούμε για κάποια κομμάτια ρούχων (πχ μπλούζα-φούστα, μπλούζα-παντελόνι, φόρεμα-μαντό) πως είναι ταιριαστά μεταξύ τους, όσον αφορά το ντεσέν τους. Το λέμε, επίσης, και για υφάσματα, όταν αυτά προέρχονται από την ίδια σειρά και ταιριάζουν μεταξύ τους.

Κορσάζ (corsage): είναι το ίδιο με το μπουστιέ. Συνήθως, όταν λέμε κορσάζ, εννοούμε το πάνω μέρος ενός ρούχου, από τη μέση και πάνω: το κορσάζ του φορέματος αυτού είναι πολύ εντυπωσιακό, με τις πούλιες και τις χάνδρες του, ενώ η φούστα του είναι λιτή κι απέριττη!

Κρουαζέ (croisé): στα γαλλικά σημαίνει σταυρωτός, και όταν λέμε για μία μπλούζα ή ένα φόρεμα ή μία φούστα ότι είναι κρουαζέ, εννοούμε πως κλείνει σταυρωτά και (συνήθως) δένει.

Μανεκέν (mannequin): είναι είτε το ανθρώπινο μοντέλο που επιδεικνύει τα ρούχα στις επιδείξεις μόδας είτε η κούκλα της βιτρίνας. Ακριβώς όπως το χρησιμοποιούμε κι εμείς: Επόμενο είναι το μαν(ε)κέν Βούλα, που φοράει ένα βραδινό ντεπιές στα χρώματα των χιλίων και μίας αραβικών νυχτών.

Μπουφάν (bouffant): είναι η μετοχή του ρήματος bouffer, που σημαίνει φουσκώνω, πρήζω/ομαι, δηλαδή αυτός που φουσκώνει. Δεν το χρησιμοποιούμε μόνο για τα γνωστά μπουφάν, δηλαδή για τα πανωφόρια, αλλά και για ρούχα που “κάνουν μπουφάν”. Αν είσαι παιδί των ’80s θα το θυμάσαι: Βάλε τη μπλούζα μέσα στο (ψηλοκάβαλο) τζην, και βγάλ’τη λίγο, να κάνει μπουφάν.

Μπουστιέ (bustier): είναι το πάνω μέρος του ρούχου, του μπούστου, δηλαδή. Μπορεί να είναι με τιράντες ή χωρίς. Βλ. και κορσάζ.

Ντε πιες (deux-pièces): στα γαλλικά σημαίνει δύο κομμάτια, δύο τεμάχια. Το χρησιμοποιούν όπως κι εμείς, για να πούνε ότι ένα ντύσιμο αποτελείται από δύο κομμάτια (συχνότερα φούστα-μπλούζα): αγόρασα ένα ντεπιεδάκι, μούρλια-ό,τι πρέπει για το γραφείο!

Ντεκολτέ (décolleté): από το ρήμα décolleter, που σημαίνει αφήνω ακάλυπτο το λαιμό και την περιοχή πάνω από το στήθος. Υποδεικνύει το φόρεμα που αφήνει γυμνή αυτή την περιοχή: μ’ αρέσει πολύ το πατρόν αυτού του φορέματος, αλλά το ντεκολτέ του είναι πολύ βαθύ, δεν θα αισθάνομαι άνετα όταν το φοράω.

Ντεσέν (dessin): το ντεσέν είναι το σχέδιο (το design) του υφάσματος. Λέμε αυτό το φόρεμα έχει ωραίο ντεσέν, και εννοούμε ότι έχει ωραίο σχέδιο πάνω της, ωραίες απεικονίσεις (όχι το σχέδιο/κόψιμο του ρούχου).

Ντουμπλ φας (double face): σημαίνει αυτό που λέμε κι εμείς, ότι δηλαδή ένα ρούχο είναι με διπλό πρόσωπο, δηλαδή διπλής όψης. Το γυρνάς από την ανάποδη και το φοράς, και έχεις δύο ρούχα σε ένα: ωραίο το μπουφάν σου, μη μου πεις ότι είναι και ντουμπλ φας, θα γίνω πράσινη από τη ζήλεια!

Ντραπέ (drapé): μετοχή του ρήματος draper, που σημαίνει τοποθετώ τις πτυχές, ρίχνω το ύφασμα/το αφήνω να πέσει, κάπως. Στα ελληνικά λέμε θέλω να αγοράσω μία ντραπέ μπλούζα ή αυτό το φόρεμα ντραπάρει στο ντεκολτέ.

Πατρόν (patron): στην κυριολεξία είναι ο πατέρας/προστάτης/υποστηρικτής, όμως και οι Γάλλοι το χρησιμοποιούν και όπως εμείς, δηλαδή λένε patron de couture (πατρόν ραπτικής), και εννοούνε το χάρτινο σχέδιο με βάση το οποίο ράβεται ένα ρούχο. Εμείς λέμε, ας πούμε, το Burda έχει μέσα πολλά πατρόν για να διαλέξεις, αλλά και αυτουνού του φορέματος δε μου αρέσει ούτε το πατρόν ούτε το ντεσέν, εννοώντας ότι δεν μου αρέσει ούτε το σχέδιο/κόψιμό του ούτε τα σχέδια που απεικονίζονται στο ύφασμα.

Πρετ α πορτέ (prêt-à-porter): αυτό κυριολεκτικά στα γαλλικά σημαίνει έτοιμο να φορεθεί, και υποδεικνύει τα ρούχα μαζικής παραγωγής, αυτά δηλαδή που δεν έχουν ραφτεί επάνω στο σώμα του κάθε ανθρώπου που θα τα φορέσει. Συνήθως, σε μεγάλους οίκους ραπτικής, η κολεξιόν πρετ α πορτέ είναι αυτή που είναι η κάπως πιο φθηνή, και πιο για κάθε μέρα. Η συντριπτική πλειοψηφία των ρούχων που αγοράζουμε σήμερα εμείς οι κοινοί θνητοί από τα μαγαζιά, είναι πρετ α πορτέ.

Πασέ (passé): στα γαλλικά σημαίνει κάτι που έχει περάσει, παρελθόν, δηλαδή. Το χρησιμοποιούμε για να πούμε ότι κάτι δεν είναι της μόδας, είναι ντεμοντέ (να κι άλλη γαλλική), δηλαδή εκτός μόδας, λαστ γίαρ. Πόσο πασέ είναι το σύνολο που φορούσε χθες η Γιαδικιάρογλου, δε συμφωνείς;

Πλισέ (plissé): η μετοχή του ρήματος plisser, που σημαίνει διπλώνω, πτυχώνω. Λέμε πήρα μία πλισέ φούστα, υπέροχη, τί να σου λέω. Είναι η φούστα με τις μικρές και πολλές πτυχές/πλισέ.

Ρομπ ντε σαμπρ (robe de chambre): είναι ουσιαστικά το φόρεμα για το δωμάτιο, δηλαδή το ρούχο που φοράμε μέσα στο σπίτι, για παράδειγμα, μπήκαμε στο σπίτι, και ο κύριος Δελαφράγκας μας υποδέχτηκε πολύ πρόχειρα, με τη ρομπ ντε σαμπρ του-οποία ντροπή! Απαραιτήτως με το “σου” παχύ.

Σεμιζιέ (robe chemisier): chemise στα γαλλικά σημαίνει πουκάμισο, και robe chemisier είναι το πουκαμισοφόρεμα. Εμείς λέμε σκέτο σεμιζιέ: φορούσε ένα σεμιζιέ βαμβακερό σιέλ, και ήταν κομψή και κουλ μέσα στους σαράντα βαθμούς της πόλης, μια θεά.

Σ(ο)υρ μεζ(ο)ύρ (sur mesure): κυριολεκτικά σημαίνει στο μέτρο/με το μέτρο, και αναφέρεται στο ένδυμα που έχει ραφτεί σύμφωνα με τα μέτρα του προσώπου που θα το φορέσει. Είναι ραμμένο πάνω του, δηλαδή, κυριολεκτικώς και μεταφορικώς: Το κοστούμι του γαμπρού είναι ραμμένο σουρ μεζούρ, και του ταιριάζει γάντι, δεν βρίσκεις, Βούλα μου;

Σουρφιλέ (surfiler): το ρήμα αυτό σημαίνει ράβω μία κλωστή στις άκρες ενός υφάσματος, για να μην ξεφτίσουν. Εμείς θα το λέγαμε μάλλον καρικώνω, αλλά αυτό θυμίζει περισσότερο τρύπια κάλτσα, γι’ αυτό μ’αρέσει πιο πολύ το σουρφιλέ: δες πόσο προσεγμένη είναι η φούστα αυτή, έχει παντού από μέσα σουρφιλέ στο χέρι, αριστούργημα δεξιοτεχνίας (και υπομονής)!

Φερμουάρ (fermoir): εδώ τα πράγματα διαφοροποιούνται λιγάκι μεταξύ των δύο γλωσσών. Το φερμουάρ στα γαλλικά δεν σημαίνει φερμουάρ όπως το εννοούμε εμείς, αλλά κάτι σαν πόρπη, εξάρτημα για κλείσιμο από κάτι. Στα γαλλικά το φερμουάρ το λένε (και) fermeture éclair, δηλαδή κλείσιμο αστραπή!  

Φλοράρ (florale): επίθετο που σημαίνει άνθινος, λουλουδάτος. Λέμε ένα πουκάμισο φλοράρ, και εννοούμε ένα εμπριμέ πουκάμισο με σχέδια από λουλούδια.

Ωτ κουτ(ο)υρ (haute-couture): είναι κατά λέξη η υψηλή ραπτική, και είναι αυτό που φαντάζεσαι, ακριβώς το αντίθετο από το πρετ α πορτέ: ρούχα που φτιάχνονται στο χέρι από δεξιοτέχνες ράφτες και μοδίστρες, και προσαρμόζονται στο σώμα αυτού που θα τα φορέσει. Προφανώς, είναι (πολύ πιο) ακριβά.

Αυτές οι λέξεις μου ήρθαν σε πρώτη φάση, και ακολουθεί και δεύτερο αφιέρωμα, εξειδικευμένο στα είδη των υφασμάτων (πιε-ντε-κοκ, πιε-ντε-πουλ, σατέν, μπροκάρ, πικέ, καπιτονέ, βουάλ, σαντιγύ, πατισερί κλπ)!

Ποιές λέξεις ξέχασα; Είναι κάτι που έγραψα λάθος; Ποιές γαλλικές λέξεις σου έρχονται εσένα στο μυαλό, και έχουν να κάνουν με ραπτική- μην αρχίσεις να μου λες ασανσέρ, καρμπυρατέρ, και τέτοια, ε;

 

♥ Πελαζί

6 thoughts on “Γαλλικές λέξεις στην ελληνική ραπτική-Μέρος πρώτο

  1. Κατερίνα K. says:

    Απαραίτητο μάθημα γαλλικής για επίδοξες μοδιστρούλες! Περιεκτικό το άρθρο σου με chic παραδείγματα! Για το φερμουάρ εγώ σκεφτόμουν μήπως προέρχεται και με το ρήμα fermer που σημαίνει κλείνω. Από τα λίγα γαλλικά του λυκείου!Φιλιά και καλή αρχή!

  2. Γεωργία Μακρή says:

    Συγχαρητήρια για τη δουλειά που έχεις κάνει! Οι λέξεις που έχουν παραλειφθεί στο εξαιρετικό λεξικό σου είναι: καρό = το ύφασμα με τα τετράγωνα σχέδια, ζαπονέ= το μανίκι που “πέφτει” λίγο στον ώμο, τρουά καρ= το μανίκι 3/4.

    • pelagie says:

      Αααααα, έχεις δίκιο: δεν τα σκέφτηκα ούτε αυτά. Το καρό θα το βάλω στο δεύτερο μέρος, που θα έχω τα υφάσματα!
      Σ’ ευχαριστώ πολύ, Γεωργία!

  3. Μαίρη Τρακάδα says:

    Το “σουρφιλέ” δεν το είχα ματακούσει Πελαζί μου, θα φταίει που στο δικό μας το ραφτάδικο καρικώνουμε λαϊκά! 🙂 Το “τρουακάρ” νομίζω σου ξέφυγε κι έχω ένα παλτό με τρουακάρ μανίκι που δεν το έχω φορέσει ποτέ… Μα παλτό με τρουακάρ; Και καλά αυτοί το έφτιαξαν, εγώ γιατί το αγόρασα; Επίσης το “ταγέρ”, η “μανσέτα” το “ζιπ κιλότ”, η “σαλοπέτα”, το “νεγκλιζέ”, το “κομπινεζόν”… Όλα τους τα έχουμε πάρει των γάλλων και τα έχουμε ελληνοποιήσει στα της μόδας! Kαι το “φραμπαλά” μου κάνει γαλλικό αλλά δε μπορώ να το συνδιάσω με τα ελάχιστα γαλλικά που έμαθα στο σχολείο…

    • pelagie says:

      Εγώ, πάλι, ήξερα το “finish seam allowances” και μετά έμαθα τα άλλα! Και, έχεις δίκιο, το τρουά-καρ μου διέφυγε! Αλλά ΚΑΙ το παλτό ΚΑΙ το ταγιέρ και όλα τα άλλα που έγραψες, μα τί σκεφτόμουν! Θα τα συμπληρώσω κι αυτά, μερσι μποκού! *(το φραμπαλά κι εγώ δεν είμαι σίγουρη, θα το ψάξω!)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *